English (United Kingdom)
Βρίσκεστε εδώ: Αρχική Επικαιρότητα Ελεγκτικό Συνέδριο- Έννομο συμφέρον άσκησης αίτησης αναθεώρησης

Ελεγκτικό Συνέδριο- Έννομο συμφέρον άσκησης αίτησης αναθεώρησης

Με την υπ' αριθμό 4/2012 απόφαση του Ελεγκτικού Συνεδρίου (Τμήμα Μείζονος Επταμελούς Σύνθεσης), επί αίτησης αναθεώρησης, κατά την εκδίκαση της οποίας παραστάθηκε για την αιτούσα ο δικηγόρος Σ.Ν.Τερεζάκης κρίθηκε ότι οποιαδήποτε ερμηνεία που θα επέτρεπε την άσκηση της αίτησης ανάκλησης ή αναθεώρησης μόνο από την αναθέτουσα αρχή ή τον αναδειχθέντα ανάδοχο και μόνο στην περίπτωση που κωλύεται η υπογραφή της σχετικής σύμβασης, εκτός του ότι δεν ευρίσκει έρεισμα σε καμία νομική διάταξη, καθιστά το Ελεγκτικό Συνέδριο συνήγορο της αναθέτουσας αρχής και του αναδειχθέντα αναδόχου και όχι ως Δικαστήριο τρίτο αμερόληπτο και αντικειμενικό κριτή που ενδιαφέρεται για την τήρηση της νομιμότητας, της διαφάνειας και του υγιούς ανταγωνισμού, που προβαίνει σε προσυμβατικό έλεγχο πλήρη και καθολικό εκτεινόμενο στο σύνολο της διαδικασίας.

"...Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό ερμηνευόμενες συνάγεται ότι: 1) Όποιος είχε ασκήσει παρέμβαση κατά την εκδίκαση της αίτησης ανάκλησης μπορεί να ασκήσει αίτηση αναθεώρησης. 2) Ενόψει του ότι η βούληση του νομοθέτη είναι η τήρηση της νομιμότητας κατά τη διαδικασία ανάθεσης μιας δημόσιας σύμβασης, η οποία ελέγχεται από το Ελεγκτικό Συνέδριο, παρέχεται η δυνατότητα σε όποιον έχει έννομο συμφέρον να τύχει δικαστικής προστασίας και εν γένει να συμμετάσχει στην εκδίκαση της αίτησης αναθεώρησης, για να διευκολύνει το έργο του Δικαστηρίου. 3) Ο νομοθέτης δεν απαγορεύει την άσκηση αίτησης ανάκλησης ή αναθεώρησης στο συμμετέχοντα στη διαγωνιστική διαδικασία, ο οποίος δεν αναδείχθηκε ανάδοχος. Η οποιαδήποτε ερμηνεία που θα επέτρεπε την άσκηση της αίτησης ανάκλησης ή αναθεώρησης μόνο από την αναθέτουσα αρχή ή τον αναδειχθέντα ανάδοχο και μόνο στην περίπτωση που κωλύεται η υπογραφή της σχετικής σύμβασης, εκτός του ότι δεν ευρίσκει έρεισμα σε καμία νομική διάταξη, καθιστά το Ελεγκτικό Συνέδριο συνήγορο της αναθέτουσας αρχής και του αναδειχθέντα αναδόχου και όχι ως Δικαστήριο τρίτο αμερόληπτο και αντικειμενικό κριτή που ενδιαφέρεται για την τήρηση της νομιμότητας, της διαφάνειας και του υγιούς ανταγωνισμού, που προβαίνει σε προσυμβατικό έλεγχο πλήρη και καθολικό εκτεινόμενο στο σύνολο της διαδικασίας. Επιπλέον μια τέτοια ερμηνεία ενδεχομένως να μπορούσε να χαρακτηριστεί ως περίπτωση αρνησιδικίας, γιατί θα περιόριζε υπερβολικά τον κύκλο των εχόντων σπουδαίο έννομο συμφέρον για την άσκηση αυτών των ενδίκων βοηθημάτων και μάλιστα αντίθετα προς την ισχύουσα νομολογία του Δικαστηρίου τούτου, κατά την οποία για να τύχει ο αιτών της προβλεπόμενης από τις ως άνω διατάξεις δικαστικής προστασίας, πρέπει το έννομο συμφέρον, το οποίο αυτός επικαλείται, να είναι, καταρχήν, προσωπικό, υπό την έννοια της ύπαρξης ιδιαίτερου (ατομικού) δεσμού που να τον συνδέει με την προσβαλλόμενη απόφαση και τις εξ αυτής απορρέουσες συνέπειες, μη αρκούντος του γενικού ενδιαφέροντος που οποιοσδήποτε διοικούμενος θα μπορούσε να επιδείξει για την τήρηση της αρχής της νομιμότητας. Πρέπει, επιπλέον, το έννομο συμφέρον αυτού να είναι άμεσο και ενεστώς, απαιτείται, δηλαδή, η παραδοχή των λόγων αναθεώρησης να συνεπάγεται ευθέως ευμενή μεταβολή στη θιγείσα από την πληττόμενη απόφαση νομική ή πραγματική κατάσταση του αιτούντος (βλ. αποφ. 2491/2011 και 2826/2011 Τμ. Μείζονος -Επταμελούς Σύνθεσης). Τέλος είναι δικαίωμα του κάθε θιγόμενου να ακολουθήσει όποια δικαστική οδό θεωρεί συμφερότερη γι' αυτόν...."